Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αλλαγή

























Θέλω να κρατήσω το χέρι σου
και να περπατήσουμε μέχρι να
μας βρει το ξημέρωμα.
Να ακούσουμε τον ήχο του ήλιου
καθώς ανατέλλει.
Να ξαπλώσουμε στην άμμο
να ακούσουμε τον ήχο της θάλασσας
όταν φουσκώνει.
Θέλω να κρατήσω το βλέμμα σου
στα μάτια μου μέχρι να
βλέπουμε μαζί.
Θέλω να κρατήσω την ανάσα σου
στο στόμα μου μέχρι να
μην έχω τη δική μου.
Θέλω να κρατήσω το χέρι σου
και να ακούσουμε τον ήχο
που κάνουν τα δέντρα όταν φυσάει.
Να τραγουδήσουμε μέσα
στην συμφωνία της βροχής
που πέφτει με δύναμη στους
τσίγκους των εργοστασίων.
Δεν θέλω να φοβάμαι
για τίποτα,
δεν θέλω να πνίγομαι
στην σκέψη του αύριο,
δεν θέλω να με βλέπεις
όταν με τυλίγει η θλίψη,
τις νύχτες εκείνες
που χάνομαι κάπου στην
σθεναρή, τρομακτική
παγωμένη πραγματικότητα.
Κάπου έχασα
τις παιδικές μου αναμνήσεις,
κάπου έχασα το συναίσθημα εκείνο
της ασφάλειας, της τρυφερότητας,
κάπου έχασα την ανεμελιά,
κάπου έχασα τον ύπνο
εκείνο τον γαλήνιο
κάπου έχασα τον προσανατολισμό μου
κάπου έχασα τους γονείς μου.
Ίσως εσύ είσαι
αυτός που μαζί του θα γεννηθεί
ο εαυτός μου εκείνος,
που δεν θα είναι τόσο σίγουρος,
τόσο μαλθακός,
τόσο ανέμελος,
τόσο παιδί.
Ίσως εσύ είσαι η πυξίδα μου,
το σημείο αυτό
στο οποίο πρέπει να φτάσω
για να γνωρίσω έναν κόσμο
καινούργιο, που το μόνο
που θα τον συνδέει με τον παλιό
θα είναι το όνομά μου,
οι εικόνες εκείνες και το συναίσθημα
που θα τις συνοδεύει.
Μην με αφήσεις να φύγω,
θα είναι γιατί
θα τρομάζω με την αλλαγή,
γιατί θα μου λείπουν,
γιατί θα τους χρειάζομαι.
Μην ακούς τα λόγια που θα φωνάζω,
θα είναι το θηρίο
που γρυλίζει γιατί φοβάται,
να ακούς μέσα μου,
να βλέπεις μέσα μου,
να μιλάς μέσα μου,
να μιλάς σιγά για να σε ακούω.
Θέλω να κρατήσω το χέρι σου
και να αισθανθώ
αυτή την ευφορία
που αισθάνθηκα την νύχτα
που σε γνώρισα,
για λίγα μόνο λεπτά
να ταξιδέψω σε εκείνη τη στιγμή,
που είχα ακόμα τη γη
κάτω από τα πόδια μου.