Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Χιλιετία



























Κατεβασμένα παραθυρόφυλλα,
κλειστά παράθυρα,
κλεισμένες πόρτες,
ανοιχτές τηλεοράσεις.
Οι φίλοι μου
είναι αμπαρωμένοι.
Καταπίνουν χάπια
για να τους ανέβει
η ντοπαμίνη,
η σεροτονίνη.
Αισθάνομαι μόνη.
Θέλω να τρέξουμε
στην φθινοπωρινή βροχή,
να είμαστε στους δρόμους,
να γελάμε,
να γελάμε
τόσο δυνατά
που να ξυπνάμε τον κόσμο.
Θέλω να κοιμόμαστε
λίγο πριν χαράξει,
να μεθάμε,
να κάνουμε έρωτα.
Οι δρόμοι είναι άδειοι
και από τα διαμερίσματα
ακούγεται μόνο
ο ήχος της τηλεόρασης.
Έχω χάσει τους φίλους μου.
Δεν τρέχω ξημερώματα
σπίτι τους,
τους το απαγορεύει
ο γιατρός τους.
Όταν κρατάω το κεφάλι μου
για την τόση φρίκη
γύρω μας,
δεν τρέχουμε
ουρλιάζοντας,
επαναστατώντας.
Μου γράφουν
ένα αγχολυτικό
και  το τηλέφωνο του ψυχολόγου τους.
Κατεβασμένα παραθυρόφυλλα,
κλειστά παράθυρα,
κλεισμένες πόρτες,
ανοιχτές τηλεοράσεις.
Σχέσεις υψίστης ασφαλείας.
Συνεχόμενος φόβος για τη ζωή.
Αποφυγή θανάτου.
Καρτέλες αγχολυτικών.
Καρτέλες αντικαταθλιπτικών.
Καρτέλες αγχολυτικών.
Καρτέλες αντικαταθλιπτικών.
Σχέσεις στείρες.
Αποφυγή για τη ζωή.
Συνεχόμενος φόβος για τον θάνατο.
Κρίσεις πανικού,
Κρίσεις πανικού.
Οι φίλοι μου,
δεν γελάνε πια,
μα ούτε κλαίνε.
Είναι αμπαρωμένοι.
Αισθάνομαι μόνη.
Τα παράθυρα μου
είναι ανοιχτά
και ο ήλιος
λούζει
το σπίτι μου.
Η πόρτα μου
είναι ανοιχτή.
Περιμένω
τους φίλους μου.



Ερωτικό ΙΙ

















Έχεις ακούσει τον ήχο
του ήλιου όταν δύει;
είναι σαν μια βαθιά πνοή
και όλα τα χρώματα
ξεχύνονται στον ουρανό
και πέφτουν ύστερα
στη θάλασσα
και εσύ,
φωτίζεσαι σε αυτές
τις μαβιές σκιές
και η αναπνοή σου
συντονίζεται με αυτή
του ήλιου.
Όταν όλα τα χρώματα χαθούν
ανάβουν τα αστέρια,
που έχουν τη λάμψη
των ματιών σου.
Μου τα δείχνεις όλα,
καθένα έχει τη δική του ιστορία.
"Κάπου εκεί είναι και η δική μας"
μου λες.
Έτσι όταν ο χρόνος σταματήσει
και χαθούμε,
θα υπάρχουμε μέσα
στα αστέρια.
Έχεις ακούσει τα σύννεφα
να τρέχουνε;
Κάθε φορά
που αλλάζουνε σχήμα,
μια λευκόχρυση σκόνη
σκορπίζεται παντού.
Και εσύ,
έχεις το χρώμα της,
την ομορφιά της,
τη λάμψη της.
Έχεις νιώσει τη γη
να γυρίζει;
Αρκεί να βάλεις
το χέρι σου στη καρδιά μου.
Έτσι χτυπά,
σαν τον ήχο της γης
όταν γυρίζει.
Χτυπά μόνο
για εσένα,
γυρίζει μόνο γύρω
από εσένα.
Ακούω την ανάσα σου
όταν κοιμάσαι.
Τόσο ήρεμη,
τόσο τρυφερή,
τόσο αγνή.
Ακουμπάω το χέρι μου
στο στήθος σου
και προσπαθώ
να την ακολουθήσω,
ένα ταξίδι
έξω από την ατμόσφαιρα.
Το στόμα σου
έχει την γεύση της γης
μετά τη βροχή,
δροσερό,
αναζωογονητικό,
καρπερό.
Το κορμί σου
ένα λουλούδι
γεμάτο νέκταρ.
Εγώ και Εσύ.
Όταν ο χρόνος σταματήσει,
θα υπάρχουμε
μέσα στα αστέρια.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Δολοφονία εκ προμελέτης



Νυστέρι και ράμμα.
Επί μέρες σιγά, σιγά έσκιζα την κοιλιά μου.
Δεν έπρεπε κανείς να καταλάβει, ότι τώρα.
Τυλιγόμουν με πανιά κάτω από τα ρούχα μου,
για να μην στάζει το αίμα.
Οι τελευταίες μέρες ήτανε δύσκολες,
έπρεπε να βάφομαι πολύ γιατί ήμουνα πολύ χλωμή.
Κάθε μέρα έκλεβα από τη δουλειά μου,
νυστέρι και ράμμα.
Κάθε μέρα έσκιζα τη κοιλιά μου.
Κάθε καινούργιο δέρμα που έκοβα,
έπρεπε να ράβω το προηγούμενο,
αλλιώς δεν θα άντεχα.
Κάθε βράδυ πήγαινα
σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και άλλαζα τα πανιά,
κανείς δεν έπρεπε να δει, όχι τώρα.
Όταν έφτασα στη μήτρα μου,
το μόνο που χρειάστηκε, ήταν ένα ψαλίδι.
Το πρωί εκείνο παραιτήθηκα.
Άδειασα όλο μου το σπίτι
και σιγά, σιγά άρχισα να κόβω τα ράμματα.
Όταν κόπηκαν όλα, άρχισα να τραβάω
τα όργανα μου έξω.
Έδεσα τα έντερα μου γύρω από τα πόδια μου
και άρχισα να τρώω τη μήτρα μου,
καταπίνοντας καρφιά,
για να μην μπορώ να κάνω εμετό,
δεν έπρεπε να βγει τίποτε έξω.
Τώρα κείτομαι νεκρή,
μέσα σε ένα λουτρό αίματος,
δεμένη και φαγωμένη
από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Τα μάτια μου κενά, γεμάτα αίμα.
Το στήθος μου πρησμένο,
στάζει το γάλα που δεν θα ταΐσω  ποτέ.
Όλη μου η ζωή, στριμωγμένη μέσα σε κούτες και νάιλον τσάντες.
«Δολοφονία εκ προμελέτης».
Κανείς δεν θα πιστέψει ότι το έκανα μόνη μου.
Κανείς δεν είχε καταλάβει,
πόσο σοβαρό ήτανε.
Κανείς δεν είχε καταλάβει,
πως πνιγόμουν,
πως δεν ήμουν αυτό που θα ήθελα να είμαι.
Κανείς δεν ήτανε μαζί μου εκείνη τη νύχτα.
Αθωώστε τους όλους.
Μόνη μου το έκανα, εγώ με σκότωσα.


Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη


















Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη
για να την χωρέσει μέσα της.
Οι εικόνες είναι τόσο σκληρές,
που τα μάτια της ραγίζουν,
βλέπει θολά, μα,
δεν στρέφει το βλέμμα της αλλού.
Αβοήθητα, ξεριζωμένα,
κουρασμένα, πονεμένα χέρια,
απλώνονται μπροστά της
σκίζοντας τη σάρκα της
και ξεριζώνοντας τη ψυχή της.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη
για να την χωρέσει μέσα της.
Γυναίκες μωρά, παιδιά,
έφηβες, νέες, μεγάλες,
με βρώμικα πρόσωπα,
μπερδεμένα μαλλιά,
γυρτά κορμιά,
της τραβούν τη μήτρα
και τη στειρώνουν.
Κραυγές και κλάματα,
αναστεναγμοί,
της ρουφάνε την φωνή.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Γέμισε η γη νεκρούς.
Δεν γίνονται πια γιορτές,
μόνο κηδείες.
Στάζει αίμα ο ουρανός.
Φυλακισμένοι μέσα σε συρματοπλέγματα,
που επάνω τους κρέμονται
έντερα, σπλήνες,
συκώτια, καρδιές.... καρδιές.
Ο κόσμος γεμάτος
στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ακούγεται μόνο ο ήχος του θανάτου.
Στον ουρανό πετούν
μόνο σιδερένια πουλιά,
που καίνε τα πάντα στο πέρασμα τους.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Είναι τόσο ανίκανη,
τόσο μικρή,
τόσο λίγη,
μπροστά σε όλο αυτό,
όλο αυτό το κακό,
πώς να το αλλάξει;
Το μυαλό της βουτηγμένο
μέσα σε μια μαύρη πίσσα.
Ένα άδειο κουφάρι
μέσα σε ένα νεκροταφείο αθώων ψυχών.
Η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη
για να την χωρέσει  μέσα της.



Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα



















Γιατί αυτή
δεν είναι η ζωή,
που ονειρεύτηκε.
Γιατί αυτή
δεν είναι η ζωή,
που την κάνει ευτυχισμένη.
Γιατί αυτή
δεν είναι η ζωή,
που από μικρή
βιαζόταν να ζήσει.
Γιατί αυτή
δεν είναι η ζωή,
που έφηβη,
έζησε βιαστικά.
Γιατί αυτή
δεν είναι η ζωή,
που θα αναπολεί
και θα διηγείται.
Γιατί αυτή
δεν είναι η ζωή,
που καρτερά να ζήσει.
Γιατί αυτή η ζωή,
είναι γεμάτη θλίψη,
είναι γεμάτη ψέμα,
είναι γεμάτη πόνο,
είναι γεμάτη σκληράδα.
Γιατί σε αυτή
τη ζωή,
απέχει τόσο πολύ
από όλα όσα θα ήθελε,
θα της άρεσαν, θα αγαπούσε
να κάνει.
Γιατί σε αυτή
τη ζωή,
είναι τόσο δειλή,
ποτέ της δεν κατάφερε
κάτι σπουδαίο,
ποτέ κανείς δεν της έδωσε συγχαρητήρια,
δεν έκανε ποτέ
κανέναν περήφανο,
δεν βοήθησε ποτέ κανέναν.
Γιατί σε αυτή
τη ζωή,
όλα τα άφηνε μισά,
δεν έκανε ποτέ της ένα ταξίδι,
πάντα έβλεπε τις εικόνες
στους ταξιδιωτικούς οδηγούς
και ζωγράφιζε με τα δάχτυλα της,
αόρατες πορείες στο χάρτη.
Γιατί σε αυτή
τη ζωή,
της άρεσαν τα υλικά,
και πια δεν έχουν
τη λάμψη που είχαν
όταν τα ήθελε τόσο,
τώρα είναι τόσο θολά,
άψυχα…πράγματα.
Γιατί αυτή
τη ζωή,
δεν προλαβαίνει να τη ζήσει.
Γιατί όλα τρέχουν,
αυτή τρέχει,
οι λογαριασμοί τρέχουν,
αυτή η πόλη τρέχει,
οι ευκαιρίες τρέχουν,
ο χρόνος τρέχει.
Γιατί αυτή
τη ζωή,
δεν προλαβαίνει να τη ζήσει.
Γιατί σε αυτή
τη ζωή,
είναι σκληρή, απόμακρη, ψυχρή
και έχει τόσο αγαπή
να δώσει,
που της καίει τα σωθικά,
και δεν μπορεί,
γιατί πνίγεται,
γιατί αυτη 
η ζωή,
την πνίγει.
Και λυπάται,
λυπάται τόσο.
Γιατί αυτή
τη ζωή,
δεν καρτερά να τη ζήσει.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Οικογενειακό Πορτρετο







































Αισθάνεσαι τα άκρα σου παγωμένα,
βγάζεις το δέρμα σου τις νύχτες
με καυτό νερό
μήπως νιώσεις λίγο ζεστά.
Η γλώσσα σου έχει γυρίσει ανάποδα
και πνίγεσαι,
μέρα με τη μέρα,
πνίγεσαι.
Είναι τυφλοί,
δεν βλέπουν τίποτε,
μόνο την σκιά τους.
Όλες οι φωτογραφίες
είναι κομμένες στα δύο,
λείπει η μορφή σου,
φαίνεται μόνο η σκιά σου.
Ακούνε μόνο το γρύλισμα σου
ξεχάσανε την γλυκιά σου φωνή.
Σου αφήσανε το χέρι,
για να οδηγήσεις μόνη σου,
την μοίρα σου,
όση βοήθεια είχες, φτάνει,
έπρεπε να γίνεις ανεξάρτητη.
Έγινες…
είτε τρέχεις είτε τσουλάς,
αυτοί δεν μιλάνε,
δεν γελάνε,
δεν χαίρονται,
δεν ήθελαν να κόψεις το σχοινάκι,
μέσα στα ρούχα τους,
ήθελαν να κρύβεσαι ακόμα,
πως αλλιώς θα νιώθουν ισχυροί,
θα βγάζουν την κολασμένη
ανάγκη τους για «καθ-οδήγηση»;
Ξεκρέμασες όλα τα κάδρα,
άδειασες όλες τις ντουλάπες,
εγκατέλειψες κάθε ανάγκη για επικοινωνία,
απαγκιστρώθηκες και δεν γυρίζεις πίσω.
Καμία ευχαρίστηση στο να σε πετάνε
μέσα στο νερό 
και μετά πάλι έξω
και μετά πάλι μέσα 
και μετά πάλι έξω.
Έχεις πνεύμονες;
Ναι
Τότε χρειάζεσαι βράγχια για να προχωρήσεις,
ξέρουν αυτοί,
αυτοί, μόνο ξέρουν.
Έχεις βράγχια;
Ναι
Τότε χρειάζεσαι πνεύμονες για να προχωρήσεις,
ξέρουν αυτοί,
αυτοί, μόνο ξέρουν.
Με τίποτα από τα δύο
δεν μπορείς να αναπνεύσεις,
όλο σου το οξυγόνο εξατμίστηκε,
άφησες εκεί την τελευταία σου πνοή.
Το πιο δύσκολο δεν είναι να ζήσεις
μακριά τους,
αλλά με την ζεστή ανάμνηση τους,
γιατί δεν θέλεις,
να τους κάνεις να δουν,
τον εγωιστικό,
μεγαλοπρεπή,
σαδιστικό,
εαυτό τους,
δεν θέλεις να τους
πληγώσεις  τόσο.
Να θυμάσαι μόνο,
τις στιγμές που ήσουνα παιδί,
να τους θυμάσαι τότε.








Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Νεκρή.
















Ψάχνω να βρω κάτι που θα με κάνει να νιώσω ο εαυτός μου πάλι, ψάχνω να βρω κάτι που θα με κάνει να νιώσω ευφορία, να νιώσω να γελάει το μέσα μου, να νιώσω αισθησιακή. 
Στη ντουλάπα βρήκα τον έρωτα μας, ένα ξεφουσκωμένο μπαλόνι. 
Ξαπλώνεις δίπλα μου γυμνός και δεν μπορώ να αντέξω το γυμνό σου κορμί επάνω στο δικό μου, γιατί είναι τόσο κουρασμένο, γυρτό, παγωμένο, τι και αν το δικό σου καίει. Μέρες τώρα βλέπω τη μάνα μου στην καρέκλα της κουζίνας να κοιτάζει το κενό, δεν έχω κουράγιο να της μιλήσω. 
Όλες οι μέρες είναι ίδιες, μόνο από αυτές που κοιμάμαι  λίγο παραπάνω. 
Νιώθω τα πάντα γύρω μου να κινούνται με ταχύτατους ρυθμούς και εγώ απλά να τα παρατηρώ, όταν ξεκινάω να τρέξω τα πόδια μου δεν κάνουν βήμα, είναι τόσο βαριά, πρησμένα. Όλοι μιλάνε, συνεχώς μιλάνε και όταν πάω να ανοίξω το στόμα μου να μιλήσω, να βγάλω αυτό το σκοτάδι από μέσα μου, τότε τα χείλη μου είναι σαν ραμμένα με μαύρη χοντρή κλωστή.  
Κάθε μέρα στις 5 τα ξημερώματα ξυπνάω και στέκομαι γυμνή, ξύνω το κορμί μου με μανία, ψάχνω εμένα, δεν μπορεί κάπου μέσα μου είναι, πριν αρχίσω να ματώνω σταματάω, κλαίω τόσο πνιχτά που τα μάτια μου πετάγονται έξω.
Πόσος καιρός έχει περάσει; 
Το πιάτο μου στο τραπέζι της κουζίνας είναι γεμάτο σκουλήκια, το τασάκι γεμάτο, τα ρούχα μου όλα στα άπλυτα, είμαι ντυμένη με κάτι κουρέλια, είμαι τόσο χλωμή και αδύνατη, έχω να κοιμηθώ μήνες ολόκληρους. 
Φοβάμαι ότι έχω πεθάνει, χάθηκα, ζω τόσο καιρό σε ένα κορμί δανεικό, που μοιάζει με αυτό που είχα κάποτε.
Πως θα το πω στον αγαπημένο μου, στην αδερφή μου, στη μάνα μου; Πως θα τους πω ότι έχω πεθάνει;  Δεν υπάρχει καν μνήμα, που θα κλάψουν;  Γιατί δεν το αντιλήφθηκα μέρες πριν; γιατί δεν ζήτησα βοήθεια; γιατί δεν έζησα ακόμα λίγο; 
Ήθελα να κάνω τη μάνα μου και την αδερφή μου περήφανες, ήθελα να χαρίσω στον αγαπημένο μου τα πιο όμορφα ταξίδια, ήθελα να κάνω ένα παιδί, ήθελα να πω μια τελευταία κουβέντα στον πατέρα μου.  
Πόσο καιρό είμαι νεκρή; Πόσο καιρό ξαπλώνω δίπλα σου και δεν με βλέπεις, δεν με αισθάνεσαι; Πόσο καιρό κλαίει η μάνα μου για το χαμό μου; Που είμαι θαμμένη;

Έτσι λοιπόν είναι ο θάνατος; Ελαφρύς και λευκός; Δεν αισθάνεσαι τίποτα; 
Είσαι άυλος; Μόνος; Βουβός; 
Ο θάνατος είναι μοναξιά…