Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2020

ερωτικό IV

















Ακόμα δεν έχω γράψει το πιο ερωτικό μου
ποίημα για εσένα.
Θα μιλάει για το γυμνό κορμί, 
που περίτεχνα είναι πλασμένο.
Πόσο ακριβείς είναι οι γραμμές σε όλα του τα σημεία.
Θα μιλάει για τα πορφυρά χείλη, 
με πόση λεπτότητα είναι σχηματισμένα.
Θα μιλάει για τα μάτια, με πόση ζωντάνια και 
έμπνευση είναι εκεί και σε κοιτάζουν.
Θα μιλάει για τα μαλλιά σου, ω, αυτό το λαμπερό τους χρώμα 
και η απίστευτα μαλακή υφή τους.
Οι πιο όμορφες παλέτες χρωμάτων,
με προσεκτικές γραμμές και καθαρά πινέλα
σε ζωγράφισαν αγάπη μου.
Ακόμα δεν έχω γράψει το πιο ερωτικό μου 
ποίημα για εσένα.
Θα μιλάει για την σπάνια καλοσύνη
και την απρόσμενη σοφία.
Θα μιλάει για αυτή τη τεράστια,
κατακόκκινη καρδιά που έχεις,
πόσο σταθερά και ήρεμα χτυπάει πάντα.
Θα μιλάει για την αγάπη,
την αγάπη που μου έχεις.
Για την αγάπη μου,
τη πιο βαθειά, πιστή  μου αγάπη.
Που ξεκινάει τόσες χιλιάδες χρόνια πριν,
για εσένα, μόνο για εσένα.
Θα μιλάει για τον ηρωισμό απέναντι στο κακό.
Για το λευκό ενάντια στο μαύρο 
του κόσμου αυτού.
Θα μιλάει για το πόσο φοβάσαι τη θάλασσα,
μα για τη λατρεία που της έχω εγώ,
βουλιάζεις μέσα της.
Θα μιλάει για το ευγενικό άγγιγμα,
τον έρωτα που μου κάνεις -
μια σατέν λίμνη ηδονής.
Ακόμα δεν έχω γράψει το πιο ερωτικό μου 
ποίημα για εσένα.
Θα μιλάει για την ανάσα σου όταν κοιμάσαι,
για αυτή την ανάσα που λατρεύω
και μυρίζει Άνοιξη.
Θα μιλάει για τον ήχο του γέλιου σου,
δεκάδες όμορφες νότες
και τον ήχο που κάνουν τα δάχτυλα σου
όταν περπατάς,
που όμοιος του δεν υπάρχει, μοναδικός.
Θα μιλάει για τα χέρια σου
και το δαχτυλίδι με τη βυσσινή πέτρα που φοράς.
Θα μιλάει για τη μυρωδιά 
και τη γεύση που έχεις,
που δεν χορταίνω να γεύομαι.
Ακόμα δεν έχω γράψει το πιο ερωτικό μου 
ποίημα για εσένα.
Θα μιλάει μόνο για εσένα,
αγάπη μου,
μοναδικέ,
παντοτινέ,
ευγενικέ μου έρωτα.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

Αφράτα Σύννεφα


Τα σύννεφα αλλάζουν σχήματα

τοσο γρήγορα.

Γεμίζουν και αδειάζουν 

τόσο γρήγορα.

Κινούνται τόσο γρήγορα.

Είναι όμως φορές,

που γεμίζουν τόσο αργά

και γίνονται αφράτα, 

λευκά, βαμβακερά.

Ειναι φορές που

κινούνται τόσο αργά

και σε ενα μόνο σύννεφο

μπορείς να φτιάξεις δεκάδες σχέδια.

Χάνονται οι μέρες

που κινούνται όλα αργά,

που προλαβαίνεις να τα δείς,

να τα χορτάσεις.

Που είναι λευκά.

Ο ήχος της αστραπής 

όταν χτυπάει στο χώμα.

Ο ήχος των κυμάτων στα βράχια.

Ο ήχος της αμμουδιάς τη νύχτα.

Η μυρωδιά της βροχής.

Η μυρωδιά του ηλιοκαμένου δέρματος.

Η μυρωδιά του έρωτα.

Το χρώμα της χαράς.

Το χρώμα του φόβου.

Το χρώμα της απόγνωσης.

Η αίσθηση του Όλου

και η αίσθηση του Κενού.

Φαντάσου...

                                                                                                        Στην Σίσσυ,

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

Σε αποχωρίζομαι

Τον ήξερα τον Θάνατο
άκουγα τόσο συχνά για Εκείνον.
Δεν τον είχα γνωρίσει
έως τώρα από κοντά.
Αυτό που είχα καταλάβει
για Αυτόν,
ήτανε ότι είναι σκληρός,
αδιάλλακτος, ξαφνικός,
αδυσώπητος, βίαιος
και στις πιο τυχερές περιπτώσεις,
ίσως γαλήνιος.
Δεν είχε Πάρει
κάποιον δικό μου
που να αγαπώ πολύ.
Έτσι, υπήρχε πάντα
μια απόσταση ασφαλείας
μαζί του.
Τον είδα λοιπόν,
να τριγυρνάει μήνες τώρα
γύρω γύρω
από το κρεβάτι Της.
Τόσο χλωμός, ψηλός,
ψυχρός, με σάπιο μώβ δέρμα, γυμνός.
Τον αντιπαθούσα,
αλλά τον πλεύριζα
για να Την πάρει κοντά του,
ταλαιπωρούνταν!
Τον γνώρισα λοιπόν επίσημα
εκείνο το Σάββατο.
Στο ανέκφραστο μέτωπο Της
Στο άψυχο σώμα Της
Στα κλειστά Της μάτια
Στη νεκρή μορφή Της.
Εκείνος ήτανε εκεί,
στο πλάι της.
Του ήμουν υπόχρεη
που Την είχε ξεκουράσει,
Την είχε ελευθερώσει πια.
Τον σιχαινόμουν όμως τόσο,
ήθελα να φύγει!Να φύγει!
Όταν φίλησα το μέτωπο Της
ήτανε τόσο παγωμένο
που έκανε το αίμα μου
πηχτό, χωρίς ρύση.
Κάτω απο τον καυτό ήλιο του Ιούλη,
μαυροντυμένες, της τραγουδούσαμε
το τελευταίο, τον χαιρετισμό,
το αγαπημένο της τραγούδι.
Ο ήλιος έκαιγε τους ώμους μας,
Εκείνη ήτανε δροσερή,
ήρεμη, ήτανε ήδη απούσα.
Το τελευταίο "κρεβατάκι της",
έτσι έλεγε. 
Το χώμα είναι βαρύ,
είναι βαρύ, είναι βαρύ!
Όταν πια Εκείνη χάθηκε,
Ο Θάνατος με αποχαιρέτησε,
"Είς το Επανιδείν", μου είπε.
Του χρωστάω, για αυτή τη φορά.
Μα, μην έρθει ποτέ στιγμή
να μου χρωστάει Εκείνος.
                                                                                               Καλό σου ταξίδι

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Της Γης τα Καλοκαίρια
















Η μυρωδιά από τα νυχτολούλουδα
ο αέρας που μυρίζει θάλασσα
οι σιγανές κουβέντες από τα μπαλκόνια,
είναι που φέρνουν το καλοκαίρι.
Όλες εκείνες τις στιγμές που γέμιζαν
την ψυχή σου ευτυχία, απλή, ακατέργαστη ευτυχία.
Περνάνε τα καλοκαίρια, μεγαλώνει ο Χρόνος.
Η μυρωδιά απο τα νυχτολούλουδα
ο αέρας που μυρίζει θάλασσα
οι σιγανές κουβέντες στα μπαλκόνια
μένουν ίδια.
"Τι μας έχει μείνει; 20 καλοκαίρια ακόμα",
όπως λέει και ένας φίλος.
Δεν αισθάνομαι προσμονή
για αυτά που θα έρθουν, βαριά η ψυχή.
Αισθάνομαι θλίψη για αυτά
που περάσανε, για αυτή την ευτυχία της ψυχής.
Ο χρόνος μεγαλώνει και γύρω του
τυλίγεται ο Κόσμος, που φοράει
το βαρύ κουστούμι της Ιστορίας.
Και όσο και να αλλάζει το σκηνικό,
Αυτός φοράει ξανά και ξανά
το ίδιο βαρύ κουστούμι.
Που όσο μεγαλώνει
τόσο παλιώνει και βρωμάει.
Έχει αυτή τη μυρωδιά του θανάτου.
Κάθε χιλιετία, ο Κόσμος, γίνεται όλο
και πιο γέρος, πιο άσχημος, πιο βρώμικος,
πιο μοχθηρός,πιο αδυσώπητος.
Η Ιστορία γράφεται
κάθε φορά χειρότερα.
Πιο τρομακτικά, πιο βασανιστικά, πιο τραγικά.
Μαύρες πλερέζες φοράει η Γη,
μα Αυτή ξέρει, είναι δυνατή.
Έχει θάψει αμέτρητα κορμιά μέσα της,
έχει καεί ζωντανή ξανά και ξανά,
έχει πνίγει ξανά και ξανά.
Μαύρες πλερέζες φοράει η Γη,
μα Αυτή ξέρει, όταν πια όλοι
θα φύγουμε και θα την αφήσουμε ήσυχη να πεθάνει,
τότε θα ξαναγεννηθεί πιο δυνατή
και όμορφη από πότε.
Και αν ξανά έρθουμε εδώ,
σκουλίκια να είμαστε, να μην κάνουμε άλλο κακό.
Γιατί, μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε, κακό.
Ας ζήσουμε λοιπόν αυτά τα 20 καλοκαίρια
με μαύρες πλερέζες κεντημένες με ευτυχία.
Μακάρι.

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

Για την Κατερίνα



















Εμείς είμαστε οι μαυροντυμένοι 
άνεμοι που μυρίζουμε τσιγάρα 
και μπαρούτι
τρέχουμε στα στενά και στις πλατείες 
ψιθυρίζοντας συνθήματα
στα σταυροδρόμια.

Μαζευόμαστε στα σπίτια μας
μέχρι τα ξημερώματα
και μιλάμε για την ελευθερία.
Στόχος είναι να παραμείνει
η ψυχή στη θέση της,
να μείνει η ψυχή απείραχτη.

Να μας κοιτάς στα μάτια μέσα,
μην φοβάσαι!
Ναι, τον μυρίζουμε τον φόβο
αλλά δεν δαγκώνουμε.
Τους φοβισμένους,
τους σκλάβους της μετριότητας
και της συνήθειας,
αυτούς μόνο τους λυπόμαστε.

Περπατάμε στο δρόμο
και γυρίζει το στομάχι μας,
γεμίζει αηδία από αυτήν
την ψεύτικη,
άκρως συντηρητική,
ανατριχιαστικά αηδιαστική κοινωνία!
Παντού, παντού 
είναι ξαμολημένοι φασίστες, 
συντηρητικοί μαλάκες
και ανοργασμικοί!
Παντού σε όλες τις χώρες,
αισθανόμαστε αυτή την αηδία
που έχει ανοίξει τα πόδια της
και γεννάει τέρατα,
φασισμός
συντηρητισμός
καπιταλισμός.

Φροντίστε να γεννήσετε παιδιά
που θα συνεχίσουν τον αγώνα.
Να γίνουμε τόσοι πολλοί
που να πνιγεί η γη
στο μαύρο - κόκκινο!

Εμείς είμαστε οι μαυροντυμένοι
άνεμοι που μυρίζουμε τσιγάρα
και μπαρούτι.
Θα μείνουμε παρέα μέχρι το τέλος.
Να μου βάλετε φυλαχτά
και την Κατερίνα παρέα!

Για την Κατερίνα Γώγου

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Οδηγός Τουριστικών Επαγγελμάτων
















Πρέπει να καθαρίσεις καλά!
Όλα πρέπει να είναι τακτοποιημένα και καθαρά!
Δεν πρέπει να περνάς από μπροστά τους, δεν πρέπει να σε δούνε.
Θα μιλάς ψιθυριστά, δεν πρέπει να σε ακούσουν,
δεν πρέπει να ακούγεται η φωνή σου.
Όταν θα τρως, αυτό το ένα γεύμα που τόσο απλόχερα
και μεγαλόψυχα σου δίνουν στο αλουμινένιο κεσεδάκι -
γιατί δεν πρέπει να λερώνεις - θα τρως σε κρυφά σημεία,
στις αποθήκες, δεν πρέπει να σε δούνε.
Όταν θα περνάς δίπλα από το νερό όπου κολυμπάνε
μην τους κοιτάς, μην σηκώνεις το βλέμμα σου, εσύ θα κοιτάς μόνο κάτω.
Και μην ακουμπήσεις το νερό, στον καυτό ήλιο,
με τα καυτά ρούχα - δεν πρέπει να προκαλείς για αυτό
φοράς μπλούζα με γιακά,  κλειστό μέχρι επάνω και μακρύ, μακρύ παντελόνι -
7 ημέρες την εβδομάδα δουλεία - δουλεύεις - 9,10,11,12 ώρες.
Να ματώνουν τα χέρια σου, τα πόδια σου και το πιο βασικό η ψυχή σου - έχεις;;; -
Και να προσέχεις, έχει παντού κάμερες, πρέπει να σε παρακολουθούν συνεχώς,
ΠΑΝΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΜΕΡΕΣ.
Εσείς
Λοιπόν
Τα θέλετε όλα
ΚΑΘΑΡΑ
ΚΑΘΑΡΑ
Γιατί οι ψυχές σας είναι μέσα στα σκατά βουτηγμένες.
Τα θέλετε όλα
ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ
ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ
Γιατί μέσα σας υπάρχει το απέραντο κενό, χάος, λήθη.
Φιλοχρήματοι - Ψυχοπαθείς
Μουνόπανα - Επιχειρηματίες.
Πόσο θα ήθελα, σε όλα αυτά τα κυριλέ δωμάτια -
που σφάξατε τη γη για να τα χτίσετε -
πόσο θα ήθελα να κρεμούσα έναν -  έναν
από εσάς και τα παιδιά σας.
Και έτσι όπως θα ήτανε καθαρό, καθαρό
κάθε δωμάτιο,
οι επισκέπτες σας να αντικρίζανε το κρεμασμένο σαρκίο σας,
άρτια κρεμασμένο και καθαρισμένο.
Θα έδινα το όνομα σας σε κάθε δωμάτιο - τι τιμή - τι επιτυχία.
Θα άφηνα τους "υπαλλήλους" σας να σας λεηλατήσουν.
Γυμνοί να καθαρίζανε τα πάντα, να είναι όλα ΚΑΘΑΡΑ - ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ.
Θα άνοιγα τα γκάζια και θα κάπνιζα προκλητικά
μπροστά στον κάθε καριόλη, πουλημένο εργάτη.
- Κάθε φορά που με κοιτάς κα με αυτό το απαξιωτικό ύφος μου μιλάς,
πέφτω επάνω σου σαν όρνεο και με τα δάχτυλα μου
σου βγάζω τα μάτια και σφυρίζω στα κοράκια και τις καράκαξες
να έρθουν να τα φάνε και να σε αποτελειώσουν.
Θα εκπαιδεύσω όλα τα ζώα,
τα φίδια, τις σαύρες, τις γάτες, τα κοράκια,
να χτίσουν τα σπίτια τους στις κυριλέ εγκαταστάσεις σας!
Φιλοχρήματοι - Ψυχοπαθείς
Μουνόπανα - Επιχειρηματίες
Οι σκλάβοι - θα σας φάνε -

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Πηνελόπη















Η αυλή της γιαγιάς μου γεμάτη γλάστρες
με γαρύφαλλα, καλαμάτες, βασιλικούς
και μικρές γλάστρες με στρογγυλούς κάκτους
- οι δικοί μου αγαπημένοι κάκτοι -
Η βρεγμένη φέτα ψωμί με ζάχαρη
που τρώγαμε για γλυκό,
το γάλα με μια κουταλιά ελληνικό καφέ
που πίναμε το πρωί
- τα πιο αγαπημένα μου χέρια στον κόσμο
είναι τα δικά της, της γιαγιάς μου.
Μέχρι τα 15 μου την φώναζα “μαμά” - είναι η μάνα μου -
Την κοιτάζω και μέσα στα θολά της μάτια
βλέπω την απουσία ζωής και την τόση αγάπη της.
Κοιτάζω το σκελετωμένο της κορμί
και βλέπω τον θάνατο να την πλησιάζει.
Τα σκελετωμένα χέρια της,
που με δυσκολία κινεί πλέον
- όταν με χαϊδεύουνε είναι τα μόνα χέρια
στα οποία αφήνομαι πραγματικά.
Τα πιο αγαπημένα μου χέρια στον κόσμο -
Τα μεσημέρια που ξάπλωνα δίπλα της
και η μυρωδιά του απογευματινού της καφέ
που με ξύπναγε.
Η γλυκιά της φωνή που πάντα
μου έλεγε τα πιο τρυφερά γλυκόλογα
- τα μόνα γλυκόλογα που δέχτηκα
ποτέ να ακούσω στη ζωή μου -
Η ανάμνηση του άντρα της,
του παππού μου.
Που με έβαζε στο στέρνο του
και κοιμόμουν όταν ήμουνα βρέφος.
Ο παππούς μου ο άντρας της,
ο αντάρτης, το πρωτοπαλίκαρο του Άρη.
Κάθε φορά που μου έλεγε ιστορίες
κάθε φορά έκλαιγε, της έλειπε.
Μου είπε πως ο παππούς μου
μας έμαθε να αντιστεκόμαστε, να παλεύουμε
- Πάντα -
Η αναμονή να την συναντήσω
σε κάθε γιορτές και κάθε καλοκαίρι.
Πώς με περίμενε, πώς με περιμένει
με τόση λαχτάρα και τόση μα τόση αγάπη.
Η μορφή της, η δύναμη της,
η δύναμη της.
Ότι υπάρχει πίσω στην γενέτειρα μου,
το κρατάει η γιαγιά μου στα χέρια της.
Η μυρωδιά της,
αυτή η μυρωδιά γής και σοφίας.
Τα παραμύθια της κάθε βράδυ,
ο λύκος και τα 3 κατσικάκια,
η χιονάτη, η ξανθομαλλούσα,
η ιστορία του Γκιόνη, το καλοκαίρι.
Η φωτογραφία της 20 χρονών από την διαφήμιση
που είχε κάνει για τα καρπούζια Λεσινίου,
τόσο όμορφη, τόσο καμαρωτή.
Δούλευε όλη της ζωή σκληρά.
Η απόλυτη ελευθερία σκέψης
και έκφρασης της, 
τόσο έξυπνη.
Η ποδιά της με τις 2 τσέπες
πάντα μέσα είχε λάστιχα,
χαρτί και ενα ματσάκι βασιλικό.
Την θυμάμαι να με κρατάει
από το χέρι, μικρούλα,
και να πηγαίνουμε στο νεκροταφείο
στον παππού τον Γιάννη
η μυρωδία του λιβανιού και
του σημείου εκείνου,
το τζαμάκι στη πίσω μεριά και η φωτογραφία του,
το πράσινο χαλίκι στο μνήμα.
Θα τον συναντήσει σύντομα τον αγαπημένο της.
Τα μαύρα της ρούχα,
οι κάλτσες μέχρι το γόνατο,
η ρόμπα της, το μάυρο της παλτό.
Η εικόνα της στην καγκελόπορτα
του σπιτιού της να μας χαιρετάει
κάθε φορά που φεύγουμε,
να στέκεται εκεί, μέχρι να χαθούμε,
μέχρι να στρίψουμε στη Συκιά.
Θα μπορούσα να γράψω αμέτρητες σελίδες
για εσένα γιαγιά,
σε αγαπώ τόσο δυνατά και χωρίς τέλος,
σε αγαπώ τόσο βαθιά,
θα σε αγαπώ πάντα.