Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Δολοφονία εκ προμελέτης



Νυστέρι και ράμμα.
Επί μέρες σιγά, σιγά έσκιζα την κοιλιά μου.
Δεν έπρεπε κανείς να καταλάβει, ότι τώρα.
Τυλιγόμουν με πανιά κάτω από τα ρούχα μου,
για να μην στάζει το αίμα.
Οι τελευταίες μέρες ήτανε δύσκολες,
έπρεπε να βάφομαι πολύ γιατί ήμουνα πολύ χλωμή.
Κάθε μέρα έκλεβα από τη δουλειά μου,
νυστέρι και ράμμα.
Κάθε μέρα έσκιζα τη κοιλιά μου.
Κάθε καινούργιο δέρμα που έκοβα,
έπρεπε να ράβω το προηγούμενο,
αλλιώς δεν θα άντεχα.
Κάθε βράδυ πήγαινα
σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και άλλαζα τα πανιά,
κανείς δεν έπρεπε να δει, όχι τώρα.
Όταν έφτασα στη μήτρα μου,
το μόνο που χρειάστηκε, ήταν ένα ψαλίδι.
Το πρωί εκείνο παραιτήθηκα.
Άδειασα όλο μου το σπίτι
και σιγά, σιγά άρχισα να κόβω τα ράμματα.
Όταν κόπηκαν όλα, άρχισα να τραβάω
τα όργανα μου έξω.
Έδεσα τα έντερα μου γύρω από τα πόδια μου
και άρχισα να τρώω τη μήτρα μου,
καταπίνοντας καρφιά,
για να μην μπορώ να κάνω εμετό,
δεν έπρεπε να βγει τίποτε έξω.
Τώρα κείτομαι νεκρή,
μέσα σε ένα λουτρό αίματος,
δεμένη και φαγωμένη
από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Τα μάτια μου κενά, γεμάτα αίμα.
Το στήθος μου πρησμένο,
στάζει το γάλα που δεν θα ταΐσω  ποτέ.
Όλη μου η ζωή, στριμωγμένη μέσα σε κούτες και νάιλον τσάντες.
«Δολοφονία εκ προμελέτης».
Κανείς δεν θα πιστέψει ότι το έκανα μόνη μου.
Κανείς δεν είχε καταλάβει,
πόσο σοβαρό ήτανε.
Κανείς δεν είχε καταλάβει,
πως πνιγόμουν,
πως δεν ήμουν αυτό που θα ήθελα να είμαι.
Κανείς δεν ήτανε μαζί μου εκείνη τη νύχτα.
Αθωώστε τους όλους.
Μόνη μου το έκανα, εγώ με σκότωσα.