Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Οικογενειακό Πορτρετο







































Αισθάνεσαι τα άκρα σου παγωμένα,
βγάζεις το δέρμα σου τις νύχτες
με καυτό νερό
μήπως νιώσεις λίγο ζεστά.
Η γλώσσα σου έχει γυρίσει ανάποδα
και πνίγεσαι,
μέρα με τη μέρα,
πνίγεσαι.
Είναι τυφλοί,
δεν βλέπουν τίποτε,
μόνο την σκιά τους.
Όλες οι φωτογραφίες
είναι κομμένες στα δύο,
λείπει η μορφή σου,
φαίνεται μόνο η σκιά σου.
Ακούνε μόνο το γρύλισμα σου
ξεχάσανε την γλυκιά σου φωνή.
Σου αφήσανε το χέρι,
για να οδηγήσεις μόνη σου,
την μοίρα σου,
όση βοήθεια είχες, φτάνει,
έπρεπε να γίνεις ανεξάρτητη.
Έγινες…
είτε τρέχεις είτε τσουλάς,
αυτοί δεν μιλάνε,
δεν γελάνε,
δεν χαίρονται,
δεν ήθελαν να κόψεις το σχοινάκι,
μέσα στα ρούχα τους,
ήθελαν να κρύβεσαι ακόμα,
πως αλλιώς θα νιώθουν ισχυροί,
θα βγάζουν την κολασμένη
ανάγκη τους για «καθ-οδήγηση»;
Ξεκρέμασες όλα τα κάδρα,
άδειασες όλες τις ντουλάπες,
εγκατέλειψες κάθε ανάγκη για επικοινωνία,
απαγκιστρώθηκες και δεν γυρίζεις πίσω.
Καμία ευχαρίστηση στο να σε πετάνε
μέσα στο νερό 
και μετά πάλι έξω
και μετά πάλι μέσα 
και μετά πάλι έξω.
Έχεις πνεύμονες;
Ναι
Τότε χρειάζεσαι βράγχια για να προχωρήσεις,
ξέρουν αυτοί,
αυτοί, μόνο ξέρουν.
Έχεις βράγχια;
Ναι
Τότε χρειάζεσαι πνεύμονες για να προχωρήσεις,
ξέρουν αυτοί,
αυτοί, μόνο ξέρουν.
Με τίποτα από τα δύο
δεν μπορείς να αναπνεύσεις,
όλο σου το οξυγόνο εξατμίστηκε,
άφησες εκεί την τελευταία σου πνοή.
Το πιο δύσκολο δεν είναι να ζήσεις
μακριά τους,
αλλά με την ζεστή ανάμνηση τους,
γιατί δεν θέλεις,
να τους κάνεις να δουν,
τον εγωιστικό,
μεγαλοπρεπή,
σαδιστικό,
εαυτό τους,
δεν θέλεις να τους
πληγώσεις  τόσο.
Να θυμάσαι μόνο,
τις στιγμές που ήσουνα παιδί,
να τους θυμάσαι τότε.








Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Νεκρή.
















Ψάχνω να βρω κάτι που θα με κάνει να νιώσω ο εαυτός μου πάλι, ψάχνω να βρω κάτι που θα με κάνει να νιώσω ευφορία, να νιώσω να γελάει το μέσα μου, να νιώσω αισθησιακή. 
Στη ντουλάπα βρήκα τον έρωτα μας, ένα ξεφουσκωμένο μπαλόνι. 
Ξαπλώνεις δίπλα μου γυμνός και δεν μπορώ να αντέξω το γυμνό σου κορμί επάνω στο δικό μου, γιατί είναι τόσο κουρασμένο, γυρτό, παγωμένο, τι και αν το δικό σου καίει. Μέρες τώρα βλέπω τη μάνα μου στην καρέκλα της κουζίνας να κοιτάζει το κενό, δεν έχω κουράγιο να της μιλήσω. 
Όλες οι μέρες είναι ίδιες, μόνο από αυτές που κοιμάμαι  λίγο παραπάνω. 
Νιώθω τα πάντα γύρω μου να κινούνται με ταχύτατους ρυθμούς και εγώ απλά να τα παρατηρώ, όταν ξεκινάω να τρέξω τα πόδια μου δεν κάνουν βήμα, είναι τόσο βαριά, πρησμένα. Όλοι μιλάνε, συνεχώς μιλάνε και όταν πάω να ανοίξω το στόμα μου να μιλήσω, να βγάλω αυτό το σκοτάδι από μέσα μου, τότε τα χείλη μου είναι σαν ραμμένα με μαύρη χοντρή κλωστή.  
Κάθε μέρα στις 5 τα ξημερώματα ξυπνάω και στέκομαι γυμνή, ξύνω το κορμί μου με μανία, ψάχνω εμένα, δεν μπορεί κάπου μέσα μου είναι, πριν αρχίσω να ματώνω σταματάω, κλαίω τόσο πνιχτά που τα μάτια μου πετάγονται έξω.
Πόσος καιρός έχει περάσει; 
Το πιάτο μου στο τραπέζι της κουζίνας είναι γεμάτο σκουλήκια, το τασάκι γεμάτο, τα ρούχα μου όλα στα άπλυτα, είμαι ντυμένη με κάτι κουρέλια, είμαι τόσο χλωμή και αδύνατη, έχω να κοιμηθώ μήνες ολόκληρους. 
Φοβάμαι ότι έχω πεθάνει, χάθηκα, ζω τόσο καιρό σε ένα κορμί δανεικό, που μοιάζει με αυτό που είχα κάποτε.
Πως θα το πω στον αγαπημένο μου, στην αδερφή μου, στη μάνα μου; Πως θα τους πω ότι έχω πεθάνει;  Δεν υπάρχει καν μνήμα, που θα κλάψουν;  Γιατί δεν το αντιλήφθηκα μέρες πριν; γιατί δεν ζήτησα βοήθεια; γιατί δεν έζησα ακόμα λίγο; 
Ήθελα να κάνω τη μάνα μου και την αδερφή μου περήφανες, ήθελα να χαρίσω στον αγαπημένο μου τα πιο όμορφα ταξίδια, ήθελα να κάνω ένα παιδί, ήθελα να πω μια τελευταία κουβέντα στον πατέρα μου.  
Πόσο καιρό είμαι νεκρή; Πόσο καιρό ξαπλώνω δίπλα σου και δεν με βλέπεις, δεν με αισθάνεσαι; Πόσο καιρό κλαίει η μάνα μου για το χαμό μου; Που είμαι θαμμένη;

Έτσι λοιπόν είναι ο θάνατος; Ελαφρύς και λευκός; Δεν αισθάνεσαι τίποτα; 
Είσαι άυλος; Μόνος; Βουβός; 
Ο θάνατος είναι μοναξιά…

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Η Κόρη του Χάους.












Όταν τα φώτα της πόλης σβήσουν,
όταν το μόνο που θα ακούγεται
θα είναι οι ανάσες αυτών που κοιμούνται.
Όταν δεν θα υπάρχει κανείς να συναντήσω,
τότε θα μιλήσω για εμένα.
Ποια είμαι, από τι είμαι φτιαγμένη, τι υπάρχει μέσα μου,
από πού προέρχεται η μυρωδιά μου, τι γλώσσα μιλάω,
τι χρώμα έχουν τα μάτια μου, ποια είναι τα όνειρα μου,
ποιοι είναι οι εφιάλτες μου.
Την ώρα που όλα σωπαίνουν ,
αν σταματήσεις να ακούς  τις σκέψεις σου, θα ακούσεις τη φωνή μου.
Είμαι η ερμαφρόδιτη κόρη του καλού και του κακού.
Η μητέρα μου ήταν μάγισσα, που έδινε σοφία και αγάπη.
Ο πατέρας μου ήταν μάγος, που έδινε μένος και πόνο.
Η αδερφή μου ήταν η θεά της δημιουργίας παντρεμένη με τον θεό της φώτισης.
Τους θυμάμαι να με κρατάνε στην αγκαλιά τους όταν ήμουν βρέφος,
από τότε δεν τους έχω ξαναδεί.
Ο αγαπημένος μου ήταν λύκος, τον φοράω στην πλάτη μου.
Τα παιδιά μου, όλα αυτά τα αδέσποτα σκυλιά.
Ζω κάτω από το χώμα και μέσα στις θάλασσες, το δέρμα μου είναι σκληρό και γυαλίζει.
Τα νύχια μου είναι μακριά, για να σκάβω το βαρύ χώμα, δεν έχω πνεύμονες αλλά βράγχια.
Τα μάτια μου έχουν το μαύρο χρώμα του ουρανού της νύχτας.
Μυρίζω θυμιατά από την αγκαλιά της μάνας μου και αίμα από τα χέρια του πατέρα μου.
Η γλώσσα μου είναι η γλώσσα των λυγμών, δεν υπάρχουν λέξεις.
Για αυτό μπορείς να με ακούσεις μόνο στη σιωπή.
Έχω δει τη γη να γεννάει και έχω δει τα ανθρωποειδή να την κάνουν ένα τεράστιο τάφο.
Τα όνειρα μου είναι, να αφουγκραστώ τους προγόνους μου, να αφουγκραστώ την αιτία για
την οποία γεννήθηκα και να καταφέρω να την φτάσω.
Ίσως  τότε ελευθερωθώ και πάψω να υπάρχω μέσα στους αιώνες.
Παίρνοντας μαζί μου το μένος, τον πόνο, την καταστροφή, την ασέλγεια.
Οι εφιάλτες μου είναι οι αναμνήσεις…
Όλα αυτά τα χρόνια,
τόσες εικόνες, τόσες μυρωδιές, τόσοι ήχοι,
πονάνε τόσο…
Δεν υπάρχουν όμορφες αναμνήσεις,
είναι ηλεκτροφόρα καρφιά, είναι κάτι που δεν υπάρχει πια, είναι κάτι που πενθείς.
Οι αναμνήσεις είναι πένθος, ένα ατελείωτο, βαρύ πένθος.
Η μνήμη είναι το κύτταρο που τρώει όλο σου το κορμί, που το σαπίζει.
Όταν ξυπνήσεις, θα έχεις ξεχάσει όλα όσα σου είπα απόψε.
Είσαι το φως και είμαι το σκοτάδι.
Η κόρη του χάους.


Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

ΟΥΤΟΠΙΑ



















Αυτή ας είναι η στιγμή,
που όλα θα γεννηθούν ξανά.
Που θα ανοίξουν τα βουνά
και θάλασσες θα ξεχυθούν.
Που θα ανθίσουν
όλα τα καμένα δάση.
Που θα ακούγονται μόνο γέλια,
που θα δημιουργούν σεισμούς,
τέτοιους, που θα διαλύουν
τη δυστυχία
και θα χτίζεται
η ευτυχία.
Αυτή ας είναι η στιγμή,
που θα κρατήσω
το χέρι του παιδιού μου
και θα μπορέσω
να το κοιτάξω στα μάτια
και να του πω,
«Αυτός είναι ο κόσμος σου».
Και δεν θα δει
τον πόνο στους δρόμους,
την πείνα στα μάτια άλλων παιδιών,
την μοναξιά στα κορμιά των ανθρώπων.
Δεν θα δει
τη βία στις σχέσεις του,
θα απλώνει το
ένα του χέρι για να βοηθηθεί
και το άλλο για να βοηθήσει.
Δεν θα είναι όλα
αποστειρωμένα,
άψυχα.
Δεν θα μυρίζει θάνατος.
Αυτή ας είναι η στιγμή,
που θα του πω,
πώς στον δικό μου κόσμο
υπήρξε πολύς πόνος.
Πως δεν θα σκοτώσει,
όπως εγώ,
δεν θα θάψει,
όπως εγώ,
δεν θα βιάσει,
όπως εγώ,
δεν θα πονέσει,
όπως εγώ,
δεν θα πονέσει,
όπως εγώ.
Πως ο δικός του κόσμος,
είναι αγνός,
πως δόθηκαν πολλοί αγώνες
και χάθηκαν πολλοί.
Αυτή ας είναι η στιγμή,
που θα πεθάνω
και μαζί μου
θα πεθάνει για πάντα,
αυτός ο πόνος.
Τόσος πόνος…
Πώς τον αντέξαμε;


ΕΡΗΜΙΑ























Παντού σκόρπια κορμιά,
χέρια κομμένα,
πόδια θρυμματισμένα,
έντερα και όργανα  χυμένα στο πάτωμα,
γλώσσες δαγκωμένες,
μάτια  τυφλά.
Ανοιγμένα κρανία,
μυαλά λιωμένα,
ξεκοιλιασμένες έγκυες,
έμβρυα πνιγμένα.
Παντού τεράστια πάνελ
με κεφάλια γυαλισμένα
με φορεμένα τρομακτικά
χαμόγελα.
Όλα τα κτίρια
αμπαρωμένα με κάγκελα,
οι δρόμοι γεμάτοι φέρετρα,
Η  πόλη,
ένας τεράστιος τάφος.
Μυρωδιά αίματος
και καμένου δέρματος.
Ζω δίχως πνεύμονες,
ψάχνω να βρω πώς
έγινε όλο αυτό το μακελειό,
θυμάμαι μόνο τις τελευταίες μας λέξεις.
«να κατεβούμε στο δρόμο,
να πολεμήσουμε ενάντια,
βία στη βία,
Επανάσταση,
Ελευθερία»
Και μετά ουρλιαχτά,
κλάματα παιδιών,
τρομακτικοί ήχοι,
θάνατος… θάνατος.
Ζω δίχως πνεύμονες,
δεν υπάρχει κανείς,
ψάχνω μέρες τώρα
μέσα στα πτώματα
να σε βρω.
Κάθε μέρα θάβω
και κάποιον δικό μου.
Κάθε μέρα ξεκρεμάω κορμιά,
από τους γάντζους των σφαγείων.
Κάποιες νύχτες βγαίνουν
τα σκυλιά και μυρίζουν
μήπως κάποιος είναι ζωντανός
να τον ξεσκίσουν,
τότε φοβάμαι τόσο,
μην με βρούνε
και δεν έχω προφτάσει να σε βρω.
Είναι  μέρες  που,
τα σκυλιά μαζεύουν
κομμάτια των νεκρών
και ταΐζουν τα τεράστια
πάνελ των φρικιαστικών
αυτών κεφαλιών.
Πέρασαν τόσες μέρες,
δυσκολεύτηκα τόσο
να σε γνωρίσω,
το κορμί σου σαπισμένο,
λιωμένο,
μόνο τα μάτια σου
ήταν ακόμα ίδια,
μα με τον θάνατο μέσα τους,
ποια ήτανε η τελευταία σου εικόνα;
γιατί δεν ήμουν δίπλα σου;
Στο κενό των πνευμόνων μου,
βάζω ότι έχει απομείνει,
από το κορμί σου,
θα μείνω ακίνητη,
ελπίζω να μην με μυρίσουν
τα σκυλιά.
Κλείνω τα μάτια μου,
τώρα το μόνο που θέλω
είναι να πεθάνω και εγώ,
μαζί σου,
μαζί με όλους όσους έθαψα ,
για την επανάσταση, για την ελευθερία.

ΕΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙ


























Όταν ξυπνάω το πρωί
Αυτή είναι πάντα εκεί,
μου ψιθυρίζει.
Ότι άργησα πάλι στη δουλειά
και με πληρώνουν καλά,
ότι έτσι θα είναι η ζωή μου
και ας πονάει το κορμί μου.
Όταν γυμνώνομαι
μπροστά στον καθρέφτη
Αυτή μου ψιθυρίζει.
Τι το κοιτάζεις;
ένα κουφάρι σκέτο,
που μέρα με την μέρα
γερνάει.
Όταν ξαπλώνω να κοιμηθώ
Αυτή ξαπλώνει δίπλα μου
μου ψιθυρίζει.
Πως μπορείς να κοιμάσαι;
Όλα γύρω σου διαλύονται.
Προσπέρασες τόσους άστεγους,
τόσα παιδιά δίχως γονείς,
τόσους πεινασμένους.
Σκότωσες τόσους πολλούς σήμερα.
Έθαψες τόσους πολλούς σήμερα.
Δίπλα στο νεκρό κορμί
του πατέρα μου,
Αυτή είναι εκεί
μου ψιθυρίζει.
Σου διέλυσε τη ζωή
και τώρα σε καλεί,
για να τον δεις
για τελευταία φορά,
δίχως να μπορέσεις να του μιλήσεις,
δίχως να μπορέσει να σε ακούσει.
Κηδεύω τη μάνα μου,
Αυτή είναι εκεί
μου ψιθυρίζει.
Έφυγε και δεν κατάφερες
να της πεις,
Σε ευχαριστώ.
Ψάχνω την αδερφή μου,
Αυτή είναι εκεί
Μου ψιθυρίζει.
Έχει φύγει και δεν ξέρεις
σε ποια πόλη είναι,
δεν πήγες ποτέ μαζί της εκείνο το ταξίδι.
Αναζητώ τον αγαπημένο μου,
Αυτή είναι εκεί
Μου ψιθυρίζει.
Δεν είναι εδώ, λείπει, δουλεύει,
όλες τις μέρες,
πολλές ώρες,
γιατί έτσι θα έβγαζε
περισσότερα λεφτά.
Και όταν είναι εδώ,
είναι τόσο κουρασμένος,
που δεν μπορούν τα χέρια του
να σε σφίξουν πάνω του,
όπως κάποτε,
που δεν μπορεί να σου κάνει έρωτα.
Κρατάω το παιδί μου
στην αγκαλιά μου,
Αυτή είναι εκεί,
Μου ψιθυρίζει.
Φρόντισε μην το πληγώσεις,
προσπάθησε να το κάνεις
καλόν άνθρωπό,
γιατί εσύ δεν κατάφερες να γίνεις.
Δεν την αντέχω άλλο
αυτή τη φωνή,
είναι πάντα εκεί,
από την στιγμή της γέννησης μου.
Θέλω να την θάψω
και να θάψω μαζί της
όλες τις μέρες που ήτανε δίπλα μου.
Όλη μου τη ζωή…
Δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή
απόλυτης ευτυχίας.
Δεν θα υπάρξει ποτέ,
δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Αυτή θα σωπάσει

μόνο όταν πεθάνω.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Θυσία




















Το κορμί μου γυρτό,
η σκελετωμένη πλάτη μου
έχει πάνω της τα σημάδια.
Μόνο γυμνή
μπορώ να είμαι,
δεν αντέχω τίποτε πάνω μου,
όλα πονάνε.
Κάθε μέρα ξυπνάω
σε ματωμένα σεντόνια,
ντύνομαι και σε λίγα λεπτά
τα ρούχα μου,
είναι ματωμένα.
Κάθε μέρα πλένω,
πλένω,
τα αίματα από
το κορμί μου,
από τα ρούχα μου.
Ποτέ δεν καθαρίζουν,
ποτέ δεν είναι λευκά.
Δεν αντέχω πια
αυτή τη μυρωδιά,
μου φέρνει αηδία.
Δεν έχω πια την δύναμη
να κοιτάξω στον καθρέφτη.
Η πόρτα μου είναι
πάντα κλειδωμένη,
τα παραθυρόφυλλα
πάντα κατεβασμένα.
Δεν έρχεται πια κανείς εδώ,
εδώ...υπάρχει τόσο αίμα,
που μόνο τα σκυλιά παραμονεύουν
έξω από την πόρτα μου.
Όλο αυτό το αίμα,
είναι τόσο πολύ,
είναι τόσοι πολλοί,
ο πόνος είναι τόσος,
οι σκοτωμοί είναι τόσοι,
οι στάχτες είναι τόσες.
Όλο αυτό το αίμα.
Όλα αυτά
τα τρομαγμένα, αθώα βλέμματα.
Γιατί εγώ...
θυσία...
όλο αυτόν τον πόνο πήρα.
Των παιδιών,
των γυναικών,
των ανδρών,
των μανάδων,
πληγές στην πλάτη μου.
Δεν το μπορώ άλλο
όλο αυτό το βάρος,
όλο αυτό το αίμα,
ο πόνος είναι τόσο μεγάλος.
Από το παράθυρό μου
ακούγεται πένθιμη μουσική.
Σήμερα κηδεύομαι,
σήμερα κηδεύεται όλος
αυτός ο πόνος.
Εμβατήρια θανάτου.
Μην με πετάξτε στα σκυλιά,
θάψτε με γυμνή,
σας παρακαλώ.
Δεν αντέχω τίποτα πάνω μου.
Ρίξτε στις πληγές μου
χώμα,
να σταματήσει  όλο
αυτό το αίμα.
Στο στόμα μου βάλτε
μιλιούνια πεταλούδες.
Να καταπιώ
την ελευθερία,
την αθωότητα,
την ομορφιά,
τον έρωτα,
όλων αυτών που τη στερήθηκαν
και βίαια τους πήρανε
και δεν είδανε, δεν ζήσανε, δεν ένιωσαν ποτέ.
Σας παρακαλώ...
μην με δώσετε στα σκυλιά,
θάψτε με γυμνή.